Το "Κουαρτέτο" που παίζεται αυτό τον καιρό στους κινηματογράφους, αποτελεί μια Βρετανική κομεντί του 2012 βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό του Ρόναλντ Χάργουντ. Αποτελεί την πρώτη σκηνοθετική προσπάθεια του Ντάστιν Χόφμαν.
Η υπόθεση διαδραματίζεται στον Οίκο Μπίτσαμ, έναν οίκο ευγηρίας για συνταξιούχους μουσικούς, ο οποίος ακολουθεί τα πρότυπα του πραγματικού Σπιτιού Ανάπαυσης για Μουσικούς (που βρίσκεται στο Μιλάνο) και που είχε ιδρύσει ο Βέρντι.
Ο Ρετζ, ο Γουιλφ και η Σίσσυ είναι συνταξιούχοι πρώην τραγουδιστές της όπερας οι οποίοι στο παρελθόν είχαν πολλές φορές δουλέψει μαζί. Ανάμεσα στους άλλους ενοίκους είναι και ο Σίντρικ Λιβινγκστόουν, ένας σκηνοθέτης, και η Ντίβα Αν Λάνγκλεϋ. Όλοι οι ένοικοι του οίκου ευγηρίας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνεχίζουν να απασχολούνται με το επάγγελμα που ασκούσαν, κάτι που προσφέρει ευκαιρίες για πολλές διασκεδαστικές στιγμές στον οίκο, αλλά και κάποιους ανταγωνισμούς και αντιπαλότητες ανάμεσα στους μουσικούς.
Όλοι προετοιμάζονται για το επερχόμενο γκαλά για τη γέννηση του Βέρντι, το οποίο προσδοκούν να φέρει και τα απαιτούμενα έσοδα έτσι ώστε ο Οίκος να μπορέσει να συνεχίσει τη λειτουργία του και στο μέλλον, μια που τώρα, λόγω οικονομικών προβλημάτων, είναι στα πρόθυρα του κλεισίματος. Ο Σίντρικ, ο οποίος έχει και την ευθύνη της διοργάνωσης, είναι σε απελπισία, γιατί οι πιο σπουδαίοι μουσικοί έχουν είτε πεθάνει ή έχουν αποφασίσει να μην πάρουν μέρος.
Οι προετοιμασίες πρόκειται να διαταραχτούν με την άφιξη της Τζην Χόρτον, αιώνιας ντίβας αλλά και πρώην συζύγου του Ρετζ.
Ενδιαφέρουσα ιστορία σχετικά με την επανένωση τεσσάρων φίλων, την ιδέα ότι οι πραγματικοί καλλιτέχνες δε γερνάνε, όπως θα πει και η διευθύντρια του οίκου, ωραία τοπία από την αγγλική ύπαιθρο, και πολύ καλή μουσική επένδυση με προεξέχουσα τη μουσική του Βέρντι (υπάρχει όμως μέχρι και ένα λάτιν κομμάτι).
Στην ταινία "παρελαύνουν" πολλοί μουσικοί, αλλά και ηθοποιοί, που μεσουράνησαν στη Βρετανία εδώ και δεκαετίες (αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς στους τίτλους τέλους).
Η Ανταρσία του Μπάουντυ ήταν μια ανταρσία που εκδηλώθηκε στο πλοίο του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού HMS Bounty στις 28/04/1789. Της ανταρσίας ηγούνταν ο Κρίστιαν Φλέτσερ εναντίον του διοικούντος αξιωματικού Υπολοχαγού Γουίλλιαμ Μπλάι. Σύμφωνα με τις περισσότερες μαρτυρίες λόγοι της ανταρσίας που πραγματοποίησαν οι ναυτικοί αποτέλεσαν η ειδυλλιακή ζωή στο νησί του Ειρηνικού, Ταϊτή, αλλά και η σκληρή μεταχείριση που τους επιφύλασσε σε καθημερινή βάση ο καπετάνιος Μπλάι.
Δεκαοκτώ στασιαστές έβαλαν σε μια μικρή βάρκα την οποία κατέβασαν στη θάλασσα τον Υπολοχαγό Μπλάι με δεκαοκτώ από τα είκοσι δυο μέλη του πληρώματος που ήταν πιστά σ΄αυτόν. Οι στασιαστές στη συνέχεια σκορπίστηκαν, με άλλους να εγκαθίστανται στην Ταϊτή και άλλους στο νησί Πιτκέρν, ενώ έκαψαν το Μπάουντυ στα ανοιχτά του Πιτκέρν, προκειμένου να μην μπορεί να τους εντοπίσει κανείς αλλά και για να εμποδιστούν ενδεχόμενες λιποταξίες από τις τάξεις τους.
Ο Μπλάι κυβερνώντας το πλεούμενο, μήκους επτά μέτρων, πραγματοποίησε ένα ταξίδι 47 !!! ημερών μέχρι το Τιμόρ, στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες, εφοδιασμένος μ' ένα τεταρτοκύκλιο και ένα ρολόι τσέπης και χωρίς χάρτες και πυξίδα. Κατέγραψε την απόσταση ως 3.618 ναυτικά μίλια (6.710 χλμ). Επέστρεψε μετά στη Βρετανία και ανέφερε την ανταρσία στο Ναυαρχείο στις 15/03/1790, δυο χρόνια και έντεκα βδομάδες μετά την αρχική του αναχώρηση.
Η Βρετανική κυβέρνηση έστειλε το HMS Pandora για να πιάσει τους στασιαστές, το οποίο έφτασε στην Ταϊτή στις 23/03/1791. Τέσσερις άντρες από το Μπάουντυ επιβιβάστηκαν στην Πανδώρα λίγο μετά την άφιξή της και άλλοι δέκα συνελήφθησαν στις επόμενες βδομάδες. Αυτοί οι δεκατέσσερις φυλακίστηκαν σε αυτοσχέδιο κελί στο κατάστρωμα του πλοίου. Η Πανδώρα προσάραξε σε τμήμα του Μεγάλου Κοραλιογενή Υφάλου στις 29/08/1791 έχοντας απώλειες τριάντα ένα μέλη του πληρώματος και τέσσερις από τους φυλακισμένους. Οι επιζώντες δέκα φυλακισμένοι τελικά επαναπατρίστηκαν στην Αγγλία, δικάστηκαν σε ναυτικό δικαστήριο, με τρεις από αυτούς να εκτελούνται με απαγχονισμό, τέσσερις να αθωώνονται και σε τρεις να δίνεται χάρη.
Απόγονοι μερικών από τους στασιαστές και Ταϊτινών ζουν ακόμα στο νησί Πιτκέρν. Η ανταρσία έχει αναφερθεί σε αρκετά βιβλία, τραγούδια αλλά και ταινίες.
Η πρώτη ταινία σχετικά με το γεγονός ήταν " Η Ανταρσία του Μπάουντυ" μια βουβή συμπαραγωγή Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας του 1916 σε σκηνοθεσία Raymond Longford. Στο ρόλο του κάπτεν Μπλάι ήταν ο Τζωρτζ Κρος και του Φλέτσερ Κρίστιαν ο Γουίλτον Πάουερ. Η ταινία θεωρείται ως χαμένη. Τα γυρίσματα έγιναν στο Ροτόρουα (στη Νέα Ζηλανδία), στο νησί Νόρφολκ και το Σίδνευ ξεκινώντας από τον Απρίλιο του 1916. Η ταινία χρηματοδοτήθηκε εν μέρει από τους διανομείς Στάνλεϋ Κρικ και Χέρμπερτ Φίνλεϋ σε συνεργασία με τον Τζ Ντ. Γουίλλιαμς και περιγράφτηκε ως "η πιο ακριβή παραγωγή που είχε γίνει ως τότε στην Αυστραλία". Μαορί ηθοποιοί έπαιξαν τους Ταϊτινούς που υποδέχθηκαν τα μέλη του πληρώματος του Μπάουντυ. Κατά τη διάρκεια του γυρίσματος το συνεργείο συνάντησε ένα αληθινό πλοίο "Πανδώρα". Όσον αφορά το σενάριο έγιναν προσπάθειες να είναι όσο το δυνατό πιο ακριβές από ιστορικής πλευράς και ο Μπλάι δε δαιμονοποιήθηκε τόσο όσο στις μεταγενέστερες κινηματογραφικές μεταφορές του γεγονότος. Η ταινία έλαβε καλές κριτικές και αποτέλεσε εισπρακτική επιτυχία.
Η επόμενη ταινία ήταν το " In the Wake of the Bounty" (1933), σε σενάριο, σκηνοθεσία και παραγωγή του Charles Chauvel. Η ταινία αυτή αποτελεί την πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του Έρολ Φλυνν, ο οποίος είχε το ρόλο του Κρίστιαν. Στο ρόλο του Μπλάι ήταν ο Μέιν Λύντον.
Η ταινία χρησιμοποιεί εισαγωγικές σκηνές αναπαράστασης της ανταρσίας , ακολουθούμενες από κινηματογραφικό υλικό - ντοκιμαντέρ, ανθρωπολογικού στυλ, των απογόνων των στασιαστών στο νησί Πιτκέρν. Ο Chauvel χρησιμοποίησε επίσης υλικό από Πολυνήσιες χορεύτριες και φιλμ από ένα υποβρύχιο ναυάγιο, το οποίο κινηματογραφήθηκε με ένα πλοίο με γυάλινο πυθμένα, το οποίο ναυάγιο πίστευε ότι ήταν το "Μπάουντυ" αλλά κατά πάσα πιθανότητα μάλλον όχι. Αυτή αποτελούσε την πρώτη ομιλούσα ταινία του σκηνοθέτη, ο οποίος προφανώς στο στάδιο αυτό δεν είχε μάθει ακόμα να σκηνοθετεί ηθοποιούς: οι διάλογοι δείχνουν πολύ μονοκόμματοι και ερασιτεχνικοί. Η χρήση μεγάλων τμημάτων υλικού τεκμηρίωσης με επικάλυψη φωνής, συνδυασμένων με τις σκηνές των ηθοποιών, είναι παρόμοια με τα υβρίδια βουβών και ομιλουσών ταινιών που παραγόντουσαν κατά την περίοδο της μετάβασης στον ήχο. Αντιπροσωπεύει επίσης το συνδυασμό των ενδιαφερόντων του σκηνοθέτη, ο οποίος στο τέλος της καριέρας του επέστρεψε στο ντοκιμαντέρ. Παρά τον φτωχά γραμμένο διάλογο , τα ντοκιμαντέρ τμήματα της ταινίας διατηρούν την τελειότητά τους. Μια επιστροφή στις σκηνές αναπαράστασης στο τέλος του φιλμ, με μια γραμμένη μοντέρνα σκηνή στην οποία ένα παιδί υποφέρει λόγω της έλλειψης τακτικών επισκέψεων από πλοία που θα μπορούσαν να το μεταφέρουν σε νοσοκομείο, προφανώς επεδίωκε να κάνει την ταινία μια χρήσιμη φωνή για την κοινότητα του νησιού Πιτκέρν το οποίο είχε δείξει μεγάλη γενναιοδωρία με τη συμμετοχή του.
Η ταινία ανέμειξε αναπαραστάσεις και ντοκιμαντέρ και εστίαζε όχι τόσο στην ανταρσία καθεαυτή αλλά στις συνέπειές της. Οι κριτικές ήταν θετικές όσον αφορά το υλικό τεκμηρίωσης της ταινίας αλλά όχι για τις δραματικές σκηνές της. Δυο χρόνια μετά η MGM αγόρασε μερικές από τις σκηνές τεκμηρίωσης της ταινίας τις οποίες μετέτρεψε σε τρέιλερ για τη δικιά της ταινία σχετικά με την ανταρσία που βγήκε την ίδια χρονιά όπως επίσης και για δυο ταξιδιωτικά ημερολόγια Το Νησί Πιτκέρν Σήμερα (1935) και το Πρωτόγονο Πιτκέρν (1936).
(ολόκληρη ταινία)
Το 1935 ακολουθεί η ταινία "Ανταρσία στο Μπάουντυ" που αναφέραμε λίγο πριν. Η σκηνοθεσία ήταν του Φρανκ Λλόυντ και στους βασικούς ρόλους ήταν ο Τσαρλς Λότον σαν κάπτεν Μπλάι και ο Κλαρκ Γκέιμπλ σαν Φλέτσερ Κρίστιαν. Η ταινία αποτέλεσε μεγάλη επιτυχία στην εποχή της παρόλο που έχει έντονα αμφισβητηθεί η ιστορική ακρίβεια της, και αυτό γιατί προέρχεται από ένα βιβλίο για τα γεγονότα και όχι από τα γεγονότα καθεαυτά. Εντούτοις οι κριτικοί κινηματογράφου τη θεωρούν αυτή την μεταφορά ως την καλύτερη ως την καλύτερη κινηματογραφική δουλειά εμπνευσμένη από την ανταρσία.
Η ταινία έχει αρκετές ανακρίβειες. Ο Μπλάι δε βρέθηκε ποτέ στο "Πανδώρα", ούτε ήταν παρών στη δίκη των στασιαστών που είχαν μείνει στην Ταϊτή. Τότε βρισκόταν σ΄ένα δεύτερο ταξίδι, στην άκρη του κόσμου, αναζητώντας καρπούς αρτόδεντρων. Ο πατέρας του Κρίστιαν είχε πεθάνει πολλά χρόνια πριν να επιβιβαστεί στο "Μπάουντυ" οπότε και δεν ήταν παρών στη δίκη. Η ταινία βέβαια ήταν κινηματογραφική μεταφορά ενός βιβλίου, το οποίο ήδη διέφερε από τα πραγματικά γεγονότα.
Επίσης ο Μπλάι παρουσιάζεται σαν ένας κτηνώδης σαδιστής με εμμονή στην πειθαρχία Συγκεκριμένα επεισόδια περιλαμβάνουν το δέσιμο στην καρίνα και το μαστίγωμα ενός νεκρού ανθρώπου. Τίποτα από αυτά δε συνέβη. Η τιμωρία του δεσίματος στην καρίνα χρησιμοποιούνταν σπάνια και είχε ήδη εξαλειφθεί τον καιρό του Μπλάι. Επίσης το λεπτομερές ημερολόγιο του Μπάουντυ αποκαλύπτει ότι ο δείκτης μαστιγώματος στο πλοίο, ήταν κατά πολύ χαμηλότερος του μέσου της εποχής. Πριν την ανταρσία το Μπάουντυ είχε μόνο δυο θανάτους, ένα ναυτικό που πέθανε από σκορβούτο και τον χειρούργο του πλοίου που πέθανε από το ποτό και τη νωθρότητα (και όχι την κακομεταχείριση του Μπλάι). Επίσης η ταινία παρουσιάζει τους στασιαστές να παίρνουν τον έλεγχο του πλοίου έχοντας σκοτώσει πολλούς άντρες πιστούς στον Μπλάι ενώ δεν έγινε κάτι τέτοιο (αν και ένα μέλος του πληρώματος που έφτασε κοντά στον να σκοτώσει τον Μπλάι παρεμποδίστηκε από τον Κρίστιαν). Τέλος ο Κρίστιαν παρουσιάζεται να εμπνέεται να πάρει τον έλεγχο του πλοίου όταν αρκετοί ναυτικοί έχουν αδίκως αλυσοδεθεί από τον Μπλάι κάτι που είναι εντελώς φανταστικό.
Για λόγους ιστορικής ακρίβειας ο Γκέιμπλ είχε αναγκαστεί (μετά δισταγμού) να ξυρίσει το διάσημο μουστάκι του, καθότι οι ναυτικοί του Βασιλικού Ναυτικού της εποχής έπρεπε να είναι τελείως ξυρισμένοι.
Στην τελευταία σκηνή της ταινίας ο Γκέιμπλ βγάζει έναν ενθαρρυντικό λόγο προς τους συντρόφους του στασιαστές , λέγοντας ότι μπορούν τώρα να δημιουργήσουν μια ιδανική κοινωνία ελευθέρων ανθρώπων στο Πιτκέρν μακριά από τον Μπλάι και το ναυτικό. Η πραγματικότητα όμως ήταν διαφορετική. Ελεύθεροι από τους περιορισμούς της ναυτικής πειθαρχίας οι στασιαστές αποδείχτηκαν ανίκανοι να αυτο-κυβερνηθούν. Το Πιτκέρν εκφυλίστηκε σ΄ένα μέρος μεθυσιών, βιασμών και δολοφονιών. Εκτός από τους Τζων Άνταμς και Νεντ Γιανγκ όλοι οι άλλοι στασιαστές (μαζί και ο Κρίστιαν) χάθηκαν ως αποτέλεσμα της βίας στο νησί.
Ο δόκιμος σημαιοφόρος Ρότζερ Μπίαμ βασιζόταν σε πραγματικό πρόσωπο, τον δόκιμο σημαιοφόρο Πίτερ Χέιγουντ ο οποίος δεν αναφέρεται στο βιβλίο ή την ταινία. Και όπως στον φανταστικό Μπίαμ δίνεται χάρη στο τέλος, για τη συμμετοχή του στην ανταρσία, το ίδιο έγινε και με τον πραγματικό Χέιγουντ. Τα τρέιλερ της Μέτρο Γκόλντυν Μάγιερ έκαναν το λάθος να αποκαλούν τον δόκιμο σημαιοφόρο Μπίαμ ως σημαιοφόρο.
Ο στασιαστής Τόμας Έλλισον παρουσιάζεται να του επιτρέπεται να δει την γυναίκα του πριν την εκτέλεση. Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ήταν παντρεμένος και όπως και να έχει μια παρηγορητική επίσκεψη αυτού του τύπου δεν θα επιτρεπόταν στην πραγματική ζωή.
Να αναφέρουμε ότι στην ταινία εμφανίζονται ως κομπάρσοι χωρίς να αναφέρονται ο Χολυγουντιανός σταρ της εποχής Τζέιμς Κάγκνεϋ και οι μελλοντικοί σταρς Ντέιβιντ Νίβεν και Ντικ Χέιμς. (ο Κάγκνευ φαίνεται καθαρά προς το τέλος του φιλμ)
Η ταινία παρόλο που κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας, στην απονομή εκείνη δεν έλαβε κανένα άλλο βραβείο (Ήταν υποψήφια για το βραβείο σκηνοθεσίας, πρώτου ανδρικού ρόλου, σεναρίου, μουσικής και μοντάζ).
Το 1962 κυκλοφόρησε άλλη μια "Ανταρσία στο Μπάουντυ" με τον Τρέβορ Χάουαρντ στο ρόλο του Κάπτεν Μπλάι και τον Μάρλον Μπράντο στο ρόλο του Κρίστιαν και σκηνοθεσία του Λιούις Μαιλστόουν, ο οποίος είχε αντικαταστήσει από νωρίς τον Κάρολ Ρήντ.
Η ταινία αυτή είναι αξιοπρόσεκτη για τη φωτογραφία της από το Νότιο Ειρηνικό και τη μουσική της που έγραψε ο Bronislaw Kaper. Πίσω από τις κάμερες έγινε γνωστή για τον τρόπο με τον οποίο ο Μπράντο ανέλαβε ο ίδιος σκηνοθετικά καθήκοντα και έκανε την ταινία να καθυστερήσει όσον αφορά το πρόγραμμα αλλά και να υπερβεί τον προϋπολογισμό.
Η ταινία είχε επτά υποψηφιότητες για Όσκαρ (καλύτερη ταινία, καλύτερη καλλιτεχνική διεύθυνση, καλύτερη έγχρωμη κινηματογραφία, καλύτερα εφφέ και ειδικά εφφέ, καλύτερο μοντάζ, καλύτερο τραγούδι και καλύτερη μουσική
Η τελευταία ταινία σχετικά με το θέμα ήταν η ταινία του 1984 " The Bounty " του Ρότζερ Ντόναλντσον, με τους Μελ Γκίμπσον σαν Κρίστιαν και Άντονυ Χόπκινς σαν Μπλάι. (μουσική από τον "δικό" μας Vangelis)
Σε αντίθεση με τις προηγούμενες ταινίες, ετούτη εδώ δεν παρουσιάζει τον Μπλάι σαν ένα κακό χαρακτήρα ενώ ο Κρίστιαν παρουσιάζεται λιγότερο ηρωικός. Η μεταφορά αυτή θεωρείται σαν πιο αναθεωρητική καθώς επίσης και ως πιο ρεαλιστική απεικόνιση της ανταρσίας σε σχέση με τις δυο προηγούμενες ταινίες. Όπως λέει ο σκηνοθέτης, καμιά από τις άλλες ταινίες δεν είχε δείξει ότι οι δυο άντρες ήταν φίλοι και ότι είχαν κάνει ταξίδια μαζί και πριν το Μπάουντυ. Τον έκανε μάλιστα πολύ γρήγορα και δεύτερο στην ιεραρχία. Αυτό που τον ενδιέφερε ήταν να δείξει πώς εφθάρη τόσο η σχέση ανάμεσα στους δυο άντρες έτσι ώστε ο Κρίστιαν να κάνει ανταρσία κατά του Μπλάι.
Η ταινία παρουσιάζει επίσης τους ναυτικούς να εκμεταλλεύονται τους νησιώτες., γιατί όπως λέει ο Γκίμπσον, οι ναυτικοί βρήκαν τον παράδεισο, όπου θα μπορούσαν να κάνουν ότι ήθελαν.
Λάθη που έχει η ταινία είναι όπου ο Ναύαρχος Χουντ παρουσιάζεται να προεδρεύει στο ναυτοδικείο του Μπλάι για την απώλεια του πλοίου σε μια τοποθεσία που πιθανώς να αντιπροσωπεύει το κτίριο του Ναυαρχείου. Στην πραγματικότητα ο Χουντ ήταν πρόεδρος στο ναυτοδικείο των θεωρούμενων ως στασιαστών το 1792, αλλά όχι στο ναυτοδικείο του Μπλάι το 1790. Επιπλέον τα ναυτοδικεία αυτά γινόντουσαν σε αγκυροβολημένα πολεμικά πλοία
Στο διάλογο αναφέρεται ο όρος Αυστραλία παρόλο που θα περνούσαν τουλάχιστον άλλα δέκα χρόνια για να καθιερωθεί το όνομα για τη γη που ως τότε ήταν γνωστή ως Νέα Ολλανδία. Παρόλα αυτά και ο Μπλάι αναφέρει τη Νέα Ολλανδία όταν συζητά για το πώς θα προχωρήσει μετά που τον κατεβάζουν στην θάλασσα.
Το ημερολόγιο του πλοίου παρουσιάζει ως πρώτη καταχώρηση την πρώτη μέρα στη θάλασσα στις 23/12/1787 ενώ ο Μπλάι είχε ξεκινήσει τις καταχωρήσεις από τις προετοιμασίες στις 01/12/1787.
Η υπόθεση ότι η ανταρσία προκλήθηκε από την απόφαση του Μπλάι να κάνει δεύτερη απόπειρα να περάσει από το Κέηπ Χορν είναι μη ιστορική. Ο Μπλάι είχε αυστηρές εντολές να μεταφέρει το φορτίο του από φυτά αρτόφρουτων από τα Νησιά Σοσάιετυ στη Τζαμάικα μέσω της Endeavour Strait της Sunda Strait και του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας και να φορτώσει έξτρα φυτά στη διαδρομή. Αν επιχειρούσε να περάσει από Κέηπ Χορν θα διακινδύνευε να χάσει το φορτίο των φυτών λόγω των πολύ χαμηλών (επιπέδου Ανταρκτικής) θερμοκρασιών που θα συναντούσε στη διαδρομή.
Η ταινία γενικά έλαβε καλές κριτικές, με το φιλμ να εντυπωσιάζει πολλούς για τον ρεαλισμό του και την ιστορική του ακρίβεια ενώ ταυτόχρονα το βρήκαν και διασκεδαστικό. Υπήρχαν όμως και αυτοί που θεωρούσαν ότι οι δυο πρωταγωνιστές δεν ήταν ικανοποιητικοί ως προς την απόδοση των χαρακτήρων τους.
Η ταινία πήρε μέρος στο Φεστιβάλ των Καννών του 1984.
(τρέιλερ της ταινίας)
Να πούμε επίσης ότι αν και σε όλες τις ταινίες ο Μπλάι παρουσιάζεται σαν μεσήλικας, εντούτοις όταν έγινε η ανταρσία ήταν μόλις 34 ετών. (σημ. ίσως επειδή μπορεί να γερνούσαν πιο γρήγορα τότε γι αυτό και η όψη του να ήταν τέτοια που να έμοιαζε μεγαλύτερος).
Και φυσικά δεν πρέπει να παραλείψουμε και την παρωδία του θέματος. Το 1950 κυκλοφορεί το καρτούν Mutiny on the Bunny (είχε φτιαχτεί από το 1948). Στο καρτούν αυτό των Warner Studios, σε σκηνοθεσία Φριτζ Φρέλενγκ πρωταγωνιστούν ο Μπαγκς Μπάννυ και ο Γιοζέμιτυ Σαμ ο οποίος εμφανίζεται ως Σανγκάι Σαμ. Ο Σαμ που έχει ανάγκη από πλήρωμα για να σαλπάρει, ξεγελάει τον Μπαγκς με πρόσχημα ένα ταξίδι, και αφού πρώτα τον ρίξει αναίσθητο, μετά τον κάνει ναύτη, και έχοντάς τον δεμένο τον βάζει να κάνει τις δουλειές του πλοίου.
Επίσης σε μια σκηνή από το προγενέστερο Bucaneer Bunny (1948) ο Μπαγκς Μπάννυ εμφανίζεται ντυμένος σαν άλλος καπετάνιος Μπλάι, "γαβγίζοντας" διαταγές στον Σαμ, μιμούμενος μάλιστα τον Τσαρλς Λότον από την ταινία του 1935.
Στις 17/04/1397 ο ποιητής Τζέφρυ Τσόσερ λέει για πρώτη φορά τις "Ιστορίες του Καντέρμπουρυ" στην αυλή του Ριχάρδου του Β. Επίσης μελετητές του Τσόσερ έχουν προσδιορίσει την 17η Απριλίου 1387 σαν αρχή του προσκυνήματος του βιβλίου στο Καντέρμπουρυ.
Οι "Ιστορίες του Καντέρμπουρυ" αποτελούν μια συλλογή ιστοριών σε Ενδιάμεσα Αγγλικά (Τα αγγλικά που ομιλούνταν στην περίοδο από τα τέλη του 12ου αιώνα μέχρι τα τέλη του 15ου αιώνα) που έγραψε ο Τσόσερ. Οι ιστορίες (οι περισσότερες εκ των οποίων είναι γραμμένες σε στίχο αν και κάποιες είναι γραμμένες σε πρόζα) παρουσιάζονται σαν μέρος ενός διαγωνισμού αφήγησης ιστοριών από μια ομάδα προσκυνητών καθώς ταξιδεύουν όλοι μαζί σ΄ένα ταξίδι από το Southwark (περιοχή στο κεντρικό Λονδίνο, από τα παλιότερα μέρη της πόλης), μέχρι το ιερό του Τόμας Μπέκετ στον καθεδρικό ναό του Καντέρμπουρυ. Το βραβείο του νικητή θα ήταν ένα δωρεάν γεύμα στο Πανδοχείο Τάμπαρντ στο Southwark όταν θα επέστρεφαν από το προσκύνημα.
Ο καθεδρικός ναός του Καντέρμπουρυ από φωτογραφία του 1890-1900 (επεξεργασμένη)
Μετά από ένα μακρύ κατάλογο έργων που έγραψε ο Τσόσερ νωρίτερα στην καρριέρα του οι "Ιστορίες του Καντέρμπουρυ" θεωρούνται ίσως το καλύτερο έργο του.Χρησιμοποιεί τις Ιστορίες και τους χαρακτήρες που παρουσιάζονται σε αυτές για να απεικονίσει ένα ειρωνικό και κριτικό πορτρέτο της Αγγλικής κοινωνίας του καιρού του και ειδικότερα της Εκκλησίας. Από άποψη δομής οι Ιστορίες μοιάζουν με το Δεκαήμερον του Βοκάκιου, το οποίο ο Τσόσερ είχε διαβάσει κατά την πρώτη του διπλωματική αποστολή στην Ιταλία το 1372.
Μερικές φορές λέγεται ότι η μεγαλύτερη συνεισφορά αυτού του έργου στην Αγγλική λογοτεχνία αποτέλεσε στη διάδοση της λογοτεχνικής χρήσης των καθομιλουμένων Αγγλικών αντί των Γαλλικών ή των Λατινικών. Παρόλα αυτά, τα Αγγλικά ως λογοτεχνική γλώσσα χρησιμοποιούνταν για αιώνες πριν από τον Τσόσερ αλλά και από αρκετούς από τους σύγχρονους του Τσόσερ - Τζων Γκόβερ, ο Γουίλλιαμ Λάνγκλαντ αλλά και ο Μαργαριταρένιος Ποιητής - επίσης έγραψαν σημαντικά λογοτεχνικά έργα στα Αγγλικά. Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποιό βαθμό ο Τσόσερ ήταν επύθυνος για το ξεκίνημα μιας τάσης από το να αποτέλεσε απλώς μέρος αυτής. Επίσης, ενώ σε άλλα έργα του ο Τσόσερ προσδιορίζει επ ακριβώς το κοινό στο οποίο απευθύνεται στις "Ιστορίες του Καντέρμπουρυ" το κοινό στο οποίο αποσκοπούν είναι πιο δύσκολο να προσδιοριστεί. Ο Τσόσερ ήταν ένας αυλικός, οδηγώντας ορισμένους να πιστέψουν ότι ήταν κυρίως ένας ποιητής της αυλής που έγραφε αποκλειστικά για τους ευγενείς.
Η πρώτη σχετική με το θέμα ταινία, αποτελεί η Βρετανική ταινία του 1944, "Μια Ιστορία του Καντέρμπουρυ" σε σενάριο και σκηνοθεσία των Michael Powell και Emeric Pressburger. Η ταινία βασίζεται χαλαρά στο αφηγματικό πλαίσιο των ιστοριών του Τσόσερ. Η ταινία ξεκινά με μια ομάδα μεσαιωνικών προσκυνητών που ταξιδεύουν στην ύπαιθρο του Κεντ ενώ ένας αφηγητής λέει τις εναρκτήριες γραμμές του Γενικού Προλόγου. Η σκηνή ακολούθως πραγματοποιεί μια μετάβαση στα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (το μεσαιωνικό γεράκι γίνεται αεροπλάνο του Δευτέρου Παγκοσμίου). Από το σημείο αυτό και μετά η ταινία ακολουθεί μια ομάδα ξένων καθένας/καθεμία με τη δικά του/της ξεχωριστή ιστορία και σε αναζήτηση κάποιου είδους λύτρωσης, που ταξιδεύουν όλοι μαζί προς το Καντέρμπουρυ. Η κύρια ιστορία της ταινίας διαδραματίζεται σε μια φανταστική πόλη του Κεντ και τελειώνει με τους κύριους χαρακτήρες να φτάνουν στον καθεδρικό ναό του Καντέρμπουρυ, τις καμπάνες να ηχούν και τα λόγια του Τσόσερ να ξανακούγονται. Το "Μια Ιστορία του Καντέρμπουρυ" θεωρείται ως μια από τις πιο ποιητικές και καλλιτεχνικές ταινίες του διδύμου Michael Powell και Emeric Pressburger. Η ταινία έγινε με σκοπό την πολεμική προπαγάνδα, χρησιμοποιώντας την ποίηση του Τσόσερ, με αναφορά στο γνωστό προσκύνημα και χρησιμοποιώντας εικόνες του Κεντ για να δείξει στο κοινό αυτά που έκαναν την Βρετανία έτσι ώστε να αξίζει να αγωνιστεί γι' αυτή. Σε μια σκηνή της ταινίας, ένας τοπικός ιστορικός κάνει διάλεξη σε Βρετανούς στρατιώτες σχετικά με τους προσκυνητές του καιρού του Τσόσερ και για την ζωντανή ιστορία της Αγγλίας.
Ακολούθως έχουμε την ταινία "Οι Ιστορίες του Καντέρμπουρυ" (1972) του Πιέρ Πάολο Παζολίνι που περιλαμβάνει αρκετές από τις Ιστορίες, ορισμένες από τις οποίες είναι κοντά στην αρχική ιστορία, ενώ άλλες πάλι εξωραϊζονται.. Η Ιστορία του Μάγειρα για παράδειγμα, η οποία είναι ημιτελής στην αρχική εκδοχή, επεκτείνεται σε πλήρη ιστορία και η Ιστορία του Μοναχού επεκτείνει τη σκηνή στην οποία ο Κλητευτής καταλήγει στην Κόλαση. Η ταινία περιλαμβάνει αυτές τις δυο ιστορίες όπως επίσης και την Ιστορία του Μυλωνά, την Ιστορία του Κλητευτή, την Ιστορία της Συζύγου του Μπαθ και την Ιστορία του Εμπόρου. Η ταινία του Παζολίνι κέρδισε Χρυσή Άρκτο στο 22ο Φεστιβάλ του Βερολίνου. Η μουσική είναι του Ένιο Μορρικόνε ενώ ο σκηνοθέτης εμφανίζεται στο ρόλο του Τσόσερ
Αρκετές πιο πρόσφατες ταινίες, που δε βασίζονται στις Ιστορίες περιλαμβάνουν αναφορές σε αυτές. Για παράδειγμα, στην ταινία του 1995 "Seven" (σκηνοθεσία Ντέιβιντ Φίντσερ, πρωταγωνιστές οι Μπραντ Πιτ και Μόργκαν Φρίμαν) η Ιστορία του Εφημέριου αποτελεί σημαντικό στοιχείο για τις μεθόδους ενός κατά συρροή δολοφόνου που επιλέγει τα θύματά του βασισμένος στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα.
Η ταινία του 2001, "Η Ιστορία ενός Ιππότη" του Μπράιαν Χέλτζλαντ, με πρωταγωνιστή τον αείμνηστο και πρόωρα χαμένο Αυστραλό ηθοποιό Χηθ Λέτζερ, πήρε το όνομά της από την "Ιστορία του Ιππότη". Αν και έχει ελάχιστη ομοιότητα με την Ιστορία , περιλαμβάνει το στοιχείο που η Μάρθα Ντράιβερ και ο Σιντ Ρέι (συγγραφείς του βιβλίου "Ο Μεσαιωνικός Ήρωας στην Οθόνη" ) ονομάζουν, έναν "της γενιάς του MTV" Τσόσερ (τον οποίο υποδύεται ο Πωλ Μπέτανυ) ο οποίος είναι εθισμένος στον τζόγο και ικανός με τα λόγια. Οι σκόρπιες αναφορές στις Ιστορίες περιλαμβάνουν την δήλωση του Τσόσερ ότι θα χρησιμοποιήσει το στίχο του για να διασύρει έναν Κλητευτή και έναν Συγχωρώντα που τον εξαπάτησαν. (τα όσα συμβαίνουν στην ταινία, υποτίθεται ότι αποτέλεσαν για τον Τσόσερ την έμπνευση για να γράψει τις Ιστορίες - Η Ιστορία του Ιππότη αποτελεί την πρώτη από την συλλογή των ιστοριών).
Στις 12 Απριλίου 1869 γεννήθηκε ο Henri Désiré Landru ο οποίος ήταν ένας Γάλλος κατά συρροή δολοφόνος και ένας Κυανοπώγωνας της πραγματικής ζωής.
Γεννήθηκε στο Παρίσι. Φεύγοντας από το σχολείο πέρασε τέσσερα χρόνια στο γαλλικό στρατό, από το 1887 μέχρι το 1891. Τελειώνοντας το στρατό είχε σεξουαλική σχέση με την ξαδέρφη του. Απόκτησε μαζί της μια κόρη αλλά δεν παντρεύτηκε. Παντρεύτηκε μια άλλη γυναίκα δυο χρόνια αργότερα με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Ένας απατεώνας εργοδότης του έφαγε τα χρήματά του. Στράφηκε στις απάτες και ο ίδιος, που συνήθως αφορούσαν την εξαπάτηση ηλικιωμένων χηρών. Καταδικάστηκε σε δυο χρόνια φυλάκιση το 1900 μετά τη σύλληψή του και την καταδίκη του για απάτη την πρώτη από αρκετές τέτοιες καταδίκες. Το 1914 απομακρύνθηκε από τη γυναίκα του και δούλευε ως έμπορος μεταχειρισμένων επίπλων.
Ο Λαντρού άρχισε να βάζει αγγελίες στις στήλες με τα προσωπικά των παρισινών εφημερίδων. Αυτή ήταν συνήθως η ακόλουθη: " Χήρος με δυο παιδιά, 43 ετών, με αξιοπρεπές εισόδημα, σοβαρός και κινούμενος στους χώρους της καλής κοινωνίας, επιθυμεί να γνωρίσει χήρα με σκοπό το γάμο". Με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, και πολλούς άντρες να έχουν σκοτωθεί στα χαρακώματα, αφήνοντας έτσι πολλές χήρες, ο Λαντρού είχε πολλά υποψήφια θύματα.
Ο Λαντρού αποπλανούσε τις γυναίκες που ερχόντουσαν στη βίλλα του, λίγο έξω από το Παρίσι, και μόλις αποκτούσε πρόσβαση στα περιουσιακά τους στοιχεία τις σκότωνε και έκαιγε τα διαμελισμένα σώματά τους στον φούρνο του. Ανάμεσα στο 1914 και στο 1918, ο Λαντρού παραδέχτηκε 11 θύματα, 10 γυναίκες και τον έφηβο γιο μιας από αυτές. Χωρίς πτώματα , τα θύματα καταχωρούνταν απλώς ως αγνοούμενες , και ήταν σχεδόν αδύνατο για την αστυνομία να βρει τι είχε συμβεί σε αυτά καθώς ο Λαντρού χρησιμοποιούσε μια μεγάλη ποικιλία από ψευδώνυμα για τις απάτες του. Τα ψευδώνυμά του μάλιστα ήταν τόσα πολλά όπου έπρεπε να κρατά βιβλίο όπου κατέγραφε τις γυναίκες με τις οποίες επικοινωνούσε και ποια συγκεκριμένη ταυτότητα χρησιμοποιούσε για κάθε γυναίκα.
Το 1919, η αδερφή ενός εκ των θυμάτων του Λαντρού η κυρία Buisson προσπάθησε να εντοπίσει τη χαμένη της αδελφή. Δεν ήξερε το πραγματικό όνομα του αλλά ήξερε πώς ήταν και που έμενε και τελικά έπεισε την αστυνομία να τον συλλάβει. Αρχικά η αστυνομία τον κατηγόρησε μόνο για κατάχρηση. Αρνήθηκε να μιλήσει στην αστυνομία και χωρίς πτώματα ( η αστυνομία έσκαψε τον κήπο του αλλά χωρίς αποτέλεσμα) δεν υπήρχε περίπτωση να κατηγορηθεί για φόνο. Τελικά όμως η αστυνομία βρήκε διάφορα έγγραφα όπου καταγραφόντουσαν οι αγνοούμενες γυναίκες, όπως και η κα Buisson και συνδυάζοντάς τα με άλλα έγγραφα μάζεψαν τελικά αρκετές αποδείξεις για να τον κατηγορήσουν για φόνο.
Τα θύματά του ήταν τα ακόλουθα:
κα Jeanne-Marie Cuchet (την είδαν για τελευταία φορά τον Ιανουάριο του 1915)
ο André Cuchet γιός της πρώτης (τον είδαν για τελευταία φορά τον Ιανουάριο του 1915)
κα Thérèse Laborde-Line (την είδαν για τελευταία φορά στις 26/06/1915)
κα Marie-Angélique Guillin (την είδαν για τελευταία φορά στις 02/08/1915)
κα Berthe-Anna Héon (την είδαν για τελευταία φορά στις 08/12/1915)
κα Anne Collomb (την είδαν για τελευταία στις 25/12/1915)
Andrée-Anne Babelay μια 19χρονη υπηρέτρια (άγνωστο το γιατί τη δολοφόνησε ο Λαντρού) (την είδαν για τελευταία φορά στις 12/04/1916)
κα Célestine Buisson (την είδαν για τελευταία φορά στις 19/08/1916)
κα Louise-Joséphine Jaume (την είδαν για τελευταία φορά στις 25/11/1917)
κα Anne-Marie Pascal (την είδαν για τελευταία φορά στις 05/04/1918)
κα Marie-Thérèse Marchadier (την είδαν για τελευταία φορά στις 15/01/1919)
Ο Λαντρού πέρασε από δίκη, κατηγορούμενος για 11 φόνους το Νοέμβριο του 1921 (Να αναφέρουμε επίσης ότι μέχρι τότε είχε φάει χρήματα από κάπου 300 !!! γυναίκες). Βρέθηκε ένοχος για όλες τις κατηγορίες, καταδικάστηκε σε θάνατο και αποκεφαλίστηκε τρεις μήνες αργότερα στις Βερσαλλίες. Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Λαντρού σχεδίασε μια εικόνα της κουζίνας του, συμπεριλαμβανομένου και της σόμπας στην οποία κατηγορήθηκε ότι έκαιγε τα θύματά του. Το σχέδιο το έδωσε σ' έναν από τους δικηγόρους του, τον Auguste Navières du Treuil το οποίο και δημοσιοποιήθηκε το 1967. Πίσω από το σχέδιο, με μολύβι, ο Λαντρού είχε γράψει "Δεν είναι ο τοίχος πίσω από τον οποίο συμβαίνει κάτι, αλλά η σόμπα μέσα στην οποία έχουμε κάψει κάτι" . Αυτό θεωρήθηκε ως ομολογία των εγκλημάτων του.
Μια ιστορία σαν του Λαντρού δε θα μπορούσε να μην εμπνεύσει τον κινηματογράφο. Έτσι έχουμε πρώτα την ταινία του Αυστριακού Χανς Όττο, "Λαντρού, ο Κυανοπώγωνας του Παρισιού" (1923) με τον Wilhelm Sichra σαν Λαντρού.
O Λαντρού αποτέλεσε επίσης την έμπνευση για την ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν Monsieur Verdoux (1947). Είναι η ιστορία ενός άνεργου τραπεζίτη, ο οποίος απολύθηκε παρόλο που ήταν πιστός και ικανός στη δουλειά του, και τις μεθόδους απόκτησης εισοδήματος, που χαρακτηρίζονται από την αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητάς του. Ο Βερντού, προκειμένου να βγάλει χρήματα για τη γυναίκα του και το παιδί του και για να διατηρήσουν το επίπεδο ζωής που είχαν όσο αυτός είχε δουλειά παντρεύεται πλούσιες χήρες, τις οποίες στη συνέχεια δολοφονεί βάζοντας στη συνέχεια στο χέρι τα χρήματά τους.
Η αρχική ιστορία της ταινίας γράφτηκε από τον Όρσον Γουέλς, ο οποίος αρχικά ήθελε να σκηνοθετήσει την ταινία με τον Τσάπλιν στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Παρόλα αυτά, επειδή ο Τσάπλιν ήθελε να είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης των ταινιών στις οποίες έπαιζε, αγόρασε τελικά την ιστορία από τον Γουέλς. Έτσι εκτός από πρωταγωνιστής, ήταν και σεναριογράφος και σκηνοθέτης της ταινίας. (Ο Γουέλς αναφέρεται μόνο στην αρχή της ταινίας, ότι επρόκειτο για δική του ιδέα).
Παρόλο την πολύ ψυχρή, ως και εχθρική, υποδοχή που έτυχε η ταινία τόσο από τους κριτικούς όσο και από το κοινό, η ταινία έλαβε υποψηφιότητα για Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου το 1947.
(τρέιλερ)
Το 1960 έχουμε την ταινία "Οι δέκα μήνες του μέλιτος του Κυανοπώγωνα" μια βρετανική ταινία, με τον Τζωρτζ Σάντερς στο ρόλο του Λαντρού.
Το 1963 έχουμε το "Λαντρού " του Κλωντ Σαμπρόλ, σε σενάριο της Φρανσουάζ Σαγκάν και με τον Τσαρλς Ντενέρ στο ρόλο του δολοφόνου Λαντρού.
Το 1973 έχουμε την ταινία μικρού μήκους Λαντρού του Μεξικανού Juan Jose Gurrola.
O Λαντρού αναφέρεται και στην ταινία του Λιν Σόρς, "Ο Τσάρλι Τσαν στο Μουσείο Κέρινων Ομοιομάτων"(1940)
Τέλος, στην ταινία του Μάριο Μονιτσέλι "ο Τοτό και οι γυναίκες" (1952) υπάρχει μια σκηνή όπου ο γνωστός κωμικός δείχνοντάς προς τους θεατές μια φωτογραφία του Λαντρού, μιλάει γι αυτόν.
Από σήμερα 09/04/2013 στις 20 00 μέχρι τις 11/04/2013 οι Εκδόσεις Άγρα σε συνεργασία με το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ πραγματοποιούν αφιέρωμα στον συγγραφέα Ζωρζ Σιμενόν. Στη διάρκεια του τριημέρου θα προβληθούν έξι ταινίες που αποτελούν κινηματογραφική μεταφορά βιβλίων του (λεπτομέρειες για την εκδήλωση στο https://www.facebook.com/Kinimato.grafo). Το έργο του συγγραφέα αλλά και οι ταινίες παρουσιαστούν από τον γιο του συγγραφέα, John Simenon.
Ο Ζωρζ Σιμενόν ήταν Βέλγος συγγραφέας. Ήταν άκρως παραγωγικός, έχοντας δημοσιεύσει περί τα διακόσια μυθιστορήματα και πάρα πολλά σύντομα έργα.
Από τις αρχές του 1930 αρχίζει να γράφει αυτά που ονόμαζε «μυθιστορήματα-μυθιστορήματα» (romans-romans) ή «σκληρά μυθιστορήματα» (romans durs). Γρήγορα απέκτησε τεράστια φήμη. Έγινε ένας από τους πιο λαϊκούς συγγραφείς αλλά τον θαύμασαν και τον λάτρεψαν και οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι.
Ο Σιμενόν έμεινε γνωστός ως ο δημιουργός του φανταστικού ντεντέκτιβ Μαιγκρέ. Ο Σιμενόν έγραψε συνολικά 72 περιπέτειες με τον Μαιγκρέ, μέχρι το 1972 με τελευταίο το Ο Μαιγκρέ και ο κύριος Σαρλ.
Ήδη από τη δεκαετία του ’30 άρχισαν να γυρίζονται σπουδαίες ταινίες από τα βιβλία του. Αναγράφεται σε τουλάχιστον 171 παραγωγές. Αξιοσημείωτες ταινίες αποτελούν οι ακόλουθες:
Armchair Cinema: The Prison (Euston Films/Thames Television, 1974)
Night at the Crossroads (La Nuit du Carrefour, Γαλλία, 1932) Σενάριο και σκηνοθεσία Ζαν Ρενουάρ, με τον Πιέρ Ρενουάρ σαν Μαιγκρέ.
Strangers in the House (Les Inconnus dans la Maison, Γαλλία, 1942) Σενάριο του Ανρί - Ζωρζ Κλουζώ.
Panic (Panique, Γαλλία, 1946), σε σενάριο και σκηνοθεσία του Ζυλιέν Ντυβιβιέ
Inspector Maigret (Maigret Tend un Piège, France, 1958), σενάριο και σκηνοθεσία του Jean Delannoy, με τον Jean Gabin σαν Μαιγκρέ. Η ταινία έλαβε Βραβείο Έντγκαρ για Καλύτερη Ξένη ταινία από τους Αμερικανούς Συγγραφείς Μυστηρίου το 1959.
Love Is My Profession (En Cas de Malheur, Γαλλία, 1958), σκηνοθεσία του Claude Autant-Lara
Maigret and the St. Fiacre Case (Maigret et l'Affaire Saint-Fiacre, Γαλλία, 1959), σενάριο και σκηνοθεσία του Jean Delannoy, με τον Jean Gabin σαν Μαιγκρέ
(ολόκληρη ταινία, με αγγλικούς υποτίτλους)
Passion of Slow Fire, (εναλλακτικός τίτλος The End of Belle, μεταφορά από το διήγημα του Simenon "La Mort de Belle"
L'Aîné des Ferchaux (Γαλλία, 1963), σενάριο και σκηνοθεσία του Jean-Pierre Melville
Πόσες φορές δε βγήκατε από μια κινηματογραφική αίθουσα
αναζητώντας τη μουσική που πλαισίωνε τη ταινία ή σιγοτραγουδώντας το σκοπό;
Πόσες φορές δεν ακούσατε στο ραδιόφωνο ένα τραγούδι ή ένα ορχηστρικό κομμάτι και
αυτομάτως αναπολήσατε τη ταινία ή ακόμα περισσότερο και συγκεκριμένες σκηνές αυτής;
OJohnWilliamsέχει δηλώσει ότι: «επιτυχία είναι όταν ένας θεατής βγαίνει από την σκοτεινή αίθουσα, να σιγοτραγουδά την μελωδία του κυρίως θέματος της ταινίας. Τότε λέω ναι!! Τα κατάφερα". Και είναι αλήθεια! Γιατί ποιος δε θυμάται ξεκάθαρα, μέχρι και σήμερα, τη μεγαλειώδη έναρξη του πολέμου των άστρων, όταν εμφανίζεται στην οθόνη το “In a galaxy far far away” και αντηχούν οι πρώτες νότες του κυρίως θέματος. Μια μουσική η οποία μάλιστα βραβεύτηκε με το Όσκαρ καλύτερης πρωτότυπης μουσικής το 1977. Και μπορεί το μουσικό θέμα του Πόλεμου των Άστρων να βραβεύτηκε με Όσκαρ, καθώς ο μουσικός σχεδιασμός αποτέλεσε επανάσταση για τα κινηματογραφικά δεδομένα της εποχής, ωστόσο, υπάρχουν πολλά ακόμα soundtracks ταινιών που έχουν χαραχτεί στη μνήμη μας και όμως δε βραβεύτηκαν με κάποιο κινηματογραφικό Όσκαρ.
Ενδεικτικά, μερικά από αυτά που εμένα έχουν συγκινήσει, θα ήθελα να μοιραστώ εδώ μαζί σας. Η αφορμή ήρθε χάρη σε μια τελείως συμπτωματική χρονική συγκυρία ! Πολύ πρόσφατα λοιπόν συζητούσα με έναν φίλο μου, μεγάλο θαυμαστή του Quentin Tarantino, για τη τελευταία του ταινία Django και το πόσο ιδιαίτερη και επιτυχής είναι κάθε φορά η μουσική που επιλέγει για τις ταινίες του. Όταν, εκείνη τη στιγμή, ακούγεται στο ραδιόφωνο το γνωστό, νομίζω, σε όλους μας τραγούδι, των The Coasters, Down in Mexico. Και τότε μου λέει, ορίστε άλλο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα «κάθε φορά που ακούω το συγκεκριμένο τραγούδι μου έρχεται στο μυαλό η απίστευτη σκηνή του Death Proof με τον Kurt Russel και τον εξαιρετικά ερωτικό χορό της “κινηματογραφικής” Arlene».
Αυτή ήταν ακριβώς η στιγμή που σκέφτηκα ότι βραβευμένα ή όχι μουσικά κομμάτια, κομμάτια που ακούγονται περισσότερο ή λιγότερο στα ραδιόφωνα, δεν έχει σημασία (!) γιατί για τον καθένα από εμάς υπάρχουν πολλά που έχουν μιλήσει στη καρδιά μας, που μας έχουν συνταράξει, που έχουν εξάψει τη φαντασία μας ή που έχουν ταυτιστεί με προσωπικές μας στιγμές.
Το 1993, για παράδειγμα, ενώ το Όσκαρ πρωτότυπης μουσικής το παίρνει η Λίστα του Σίντλερ, εγώ μέχρι και σήμερα ανατριχιάζω κάθε φορά που ακούω τη μουσική του Mychael Nyman“ The heart asks pleasure first” από τα Μαθήματα Πιάνου. Είναι ένα κομμάτι που πλαισιώνει όλη τη ταινία σε διάφορα σημεία, η ένταση, το μεγαλείο και η κορύφωση του, όμως, αναδεικνύονται, νομίζω, ακριβώς τη στιγμή που ο άντρας της πρωταγωνίστριας, Holly Hunter –η οποία κερδίζει και το Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου για τη ταινία αυτή-, ανακαλύπτει ότι τον απατάει και για να τη τιμωρήσει της κόβει με το τσεκούρι το δάχτυλο, ενώ αυτή παγωμένη πια βουλιάζει ανήμπορη στις λάσπες.
Στον αντίποδα ακριβώς του συγκλονιστικού και ανατριχιαστικού αυτού συναισθήματος, βρίσκεται η ρομαντική Αμελί του Jean-Pierre Jeunet το 2001. Ίσως να μη κατάφερε να κατακτήσει ένα από τα Όσκαρ της χρονιάς, ωστόσο η εξαιρετική μουσική υπόκρουση που της χαρίζει ο Yann Tiersen έχει ταυτιστεί στο μυαλό και τη καρδιά μας με την αισιοδοξία, τη χαρά και τη ζεστασιά. Και δε ξέρω για εσάς, αλλά εγώ περισσότερες από μία φορές, έχω αποφασίσει να ξεκινήσω αισιόδοξα τη μέρα μου με μια κούπα καφέ και το αγαπημένο μου “La Valse Des Montres” που μου ζωγραφίζει πάντα ένα ασυναίσθητο χαμόγελο στα χείλη.
Συνεχίζοντας και πηγαίνοντας λίγο πίσω στο χρόνο, στη δεκαετία του ’60 όπου ανθίζουν τα Spaghetti Western, έχουμε τον Ennio Morricone να μπαίνει στη καρδιά μας. Το 1965 βγαίνει στη μεγάλη οθόνη το “For a few dollars more” όπου το μουσικό θέμα της ταινίας, απόλυτα ταιριαστό με τη δυναμική των western, παραπέμπει καθέναν από εμάς μέχρι και σήμερα σε εικόνες της άγριας δύσης και καθιερώνει τον Ennio Morricone ως τον κύριο εκφραστή των Spaghetti Western του Sergio Leone.
Μπορεί λοιπόν ο Morricone να μη κέρδισε το 1965 το Όσκαρ καλύτερης μουσικής, ούτε και το 2000 με τη Μαλένα, αλλά σίγουρα έχει κατακτήσει μια θέση στη καρδιά μας.
Στη συνέχεια, ξεφυλλίζοντας το κινηματογραφικό ημερολόγιο, θα σταματήσω στις 16 Ιουνίου του 1978, όταν ο Τραβόλτα βάζει φωτιά στα καλοκαιρινά βράδυα της εποχής και αναδεικνύει χορευτικές φιγούρες που τις ξεσηκώνουμε όλοι μέχρι και σήμερα. Γιατί αλήθεια ποιος από εμάς θα καταφέρει να μείνει στη καρέκλα του ακίνητος στο άκουσμα του αγαπημένου, νεανικού, φρέσκου και ερωτικού Summer Nights του Grease;!
Και για το τέλος, προτίμησα να αφήσω μια ιδιαίτερη κατηγορία κινηματογράφου, τον Κορεάτικο. Αν και πρόκειται για ένα είδος που ίσως αρκετοί να μην είστε εξοικειωμένοι μαζί του, εγώ έχοντας ιδιαίτερη αδυναμία στον ξεχωριστό Κιμ Κι Ντουκ, θα ήθελα να κάνω εδώ μια ειδική μνεία στη χρονιά του 2004, με τη ταινία του Ολομόναχοι Μαζί (ή αλλιώς 3-Iron). Μια ασυνήθιστη ερωτική ιστορία με μια ασυνήθιστη, θα έλεγα, μουσική επιλογή. Αυτό που ένιωθα κατά τη διάρκεια όλης της ταινίας ήταν το πόσο αρμονικά έδενε το Αραβικής επιρροής αυτό κομμάτι, ‘Gafsa’ της Natacha Atlas, με τη λιτή, μοναχική, εσωτερική και σχεδόν βωβή σκηνοθετική επιλογή του Κιμ Κι Ντουκ.
Όταν πια βγήκα από την σκοτεινή αίθουσα, η μουσική δε σταματούσε να αντηχεί στα αυτιά μου ξανά και ξανά και έτσι κατέληξα να σερφάρω στο διαδίκτυο ψάχνοντας για το soundtrack και τους στίχους του.
Τότε όλα ξεδιάλυναν…
Ο Vincent Willem van Gogh γεννήθηκε στις 30 Μαρτίου 1853 και πέθανε στις 29 Ιουλίου 1890. Ήταν Ολλανδός μετα-ιμπρεσσιονιστής ζωγράφος, του οποίου το έργο, αξιοσημείωτο για την άγρια ομορφιά του, την συναισθηματική εντιμότητά του και τα ζωηρά του χρώματα, είχε μια τεράστια απήχηση στην τέχνη του 20ου αιώνα. Μετά από πολλά χρόνια επώδυνου άγχους και συχνών εξάρσεων ψυχικής ασθένειας, πέθανε σε ηλικία μόλις 37 ετών, από πληγή που προκλήθηκε από πυροβολισμό, τον οποίο κατά γενική παραδοχή προκάλεσε ο ίδιος στον εαυτό του. (αν και το όπλο δε βρέθηκε ποτέ). Η δουλειά του τότε ήταν γνωστή σε ελάχιστους και εκτιμώμενη από ακόμα πιο λίγους. Αξιοσημείωτο είναι ότι όσο ο Βαν Γκογκ ήταν εν ζωή πούλησε μόλις ένα !!!! πίνακα, ενώ τώρα πια οι πίνακες του είναι δυσεύρετοι και με πολύ μεγάλη αξία και στις δημοπρασίες πωλούνται για πολλά εκατομμύρια.
Ο Βαν Γκογκ ξεκίνησε να σχεδιάζει από παιδί, και συνέχιζε να σχεδιάζει όσο περνούσαν τα χρόνια, κάτι που τον οδήγησε στην απόφαση να γίνει καλλιτέχνης. Την ζωγραφική την ξεκίνησε στα τέλη της δεύτερης δεκαετίας της ζωής του, ολοκληρώνοντας πολλά από τα πιο γνωστά έργα του μόλις στα τελευταία δυο χρόνια της ζωής του. Σε διάστημα μιας δεκαετίας, έκανε περισσότερα από 2.100 έργα τέχνης, που αποτελούνταν από 860 ελαιογραφίες και περισσότερες από 1.300 υδατογραφίες, σχέδια, σκίτσα και χαρακτικά. Η δουλειά του περιλάμβανε αυτοπροσωπογραφίες, τοπία, νεκρές φύσεις, πορτρέτα και απεικονίσεις κυπαρισσιών, σιτοβολώνων και ηλιοτροπίων.
Ο Βαν Γκογκ πέρασε τα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσής του δουλεύοντας για μια εταιρία εμπόρων τέχνης, ταξιδεύοντας ανάμεσα στη Χάγη, το Λονδίνο και το Παρίσι, διδάσκοντας για ένα διάστημα στην Αγγλία. Μια από τις πρώτες του εμπνεύσεις ήταν να γίνει πάστορας και από το 1879 δούλευε σαν ιεραπόστολος σε μια περιοχή με ορυχεία στο Βέλγιο, όπου άρχισε να δημιουργεί σκίτσα των ανθρώπων από την τοπική κοινωνία. Το 1885, ζωγράφισε το πρώτο του σημαντικό έργο που ήταν "Οι πατατοφάγοι". Η παλέτα του εκείνο τον καιρό αποτελούνταν κυρίως από μελαγχολικούς γήινους τόνους και δεν έδειχνε κανένα σημάδι από τους ζωηρούς χρωματισμούς από τους οποίους χαρακτηρίζεται το μετέπειτα έργο του. Το Μάρτιο του 1886, ύστερα από πρόσκληση του μικρού του αδελφού του Τεό, μετακόμισε στο Παρίσι όπου ανακάλυψε τους Γάλλους Ιμπρεσσιονιστές. Εκεί ωρίμασε μέσα από την φιλία του με τον Εμίλ Μπερνάρ και τον Πωλ Γκωγκέν. Αργότερα μετακόμισε στη νότια Γαλλία και δέχτηκε έντονες επιρροές από το δυνατό ηλιακό φως που βρήκε εκεί. Τα χρώματα που χρησιμοποιούσε πλέον στα έργα του έγιναν πιο ζωηρά, και ανέπτυξε το μοναδικό και άκρως αναγνωρίσιμο στυλ του το οποίο υλοποιήθηκε πλήρως κατά την διαμονή του στην Αρλ το 1888. Εκεί, το χρώμα του έγινε πλέον παράφορο, απελευθερώθηκε από τους περιορισμούς του περιγράμματος και εξωτερίκευσε το εσωτερικό του άγχος, το οποίο πολύ σύντομα τον οδήγησε στην παράνοια. Στο ψυχιατρείο ζωγράφιζε πίνακες σχεδόν εφιαλτικούς, ώσπου κατέληξε στην αυτοκτονία.
Ο βαθμός στον οποίο η ψυχική του υγεία επηρρέασε τη ζωγραφική του έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών συζητήσεων από τότε που πέθανε. Παρόλο μια διαδεδομένη τάση για ρομαντικοποίηση της εύθραυστης υγείας του, οι σύγχρονοι κριτικοί βλέπουν ένα καλλιτέχνη βαθιά απογοητευμένο από την αδράνεια και την ασυναρτησία που του προκαλούσαν οι εξάρσεις της ασθένειάς του. Σύμφωνα με την κριτικό τέχνης Robert Hughes, τα ύστερα έργα του Βαν Γκογκ δείχνουν ένα καλλιτέχνη στο ύψος της ικανότητάς του, που να έχει τον έλεγχο και να "λαχταρά τη συντομία και τη χάρη"
Ο Βαν Γκογκ θεωρείται από τις μεγαλύτερες καλλιτεχνικές ιδιοφυίες του 19ου αιώνα. Το έργο του ήταν βαθιά ανθρωποκεντρικό ακόμα και όταν απεικόνιζε τοπία ή νεκρές φύσεις, καθώς προσπάθησε συνειδητά να γίνει ο ζωγράφος των καταφρονεμένων της ανερχόμενης βιομηχανικής κοινωνίας. Το πλουσιότατο έργο του επηρέασε βαθιά τα κινήματα του εξπρεσιονισμού, του φωβισμού αλλά και της πρώιμης αφηρημένης τέχνης.
Μια τέτοια προσωπικότητα λοιπόν δε θα γινόταν να μην αποτελέσει αντικείμενο ενδιαφέροντος για τον κινηματογράφο. Έτσι προέκυψαν πάρα πολλές ταινίες, όπου είτε ο Βαν Γκογκ είναι ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας είτε εμφανίζεται σε αυτές.
Οι ταινίες αυτές παρατίθενται παρακάτω:
Van Gogh (1948) Του Αλέν Ρεσνέ. Γαλλική ταινία μικρού μήκους. Κέρδισε βραβείο Όσκαρ το 1950
Lust for life (1956) του Βινσέντε Μινέλι, με τον Κερκ Ντάγκλας στο ρόλο του Βαν Γκογκ ( ένα Όσκαρ δευτέρου ανδρικού ρόλου για τον Άντονυ Κουίν ο οποίος έπαιζε το ρόλο του φίλου αλλά και ανταγωνιστή του Βαν Γκογκ, του Πωλ Γκωγκέν, και άλλες τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ)
(τρέιλερ της ταινίας)
Besuch bei Van Gogh (1985) με τον Κρίστιαν Γκράσχοφ στο ρόλο του Βαν Γκογκ
Vincent & Teo (1990) του Ρόμπερτ Άλτμαν με τον Τιμ Ροθ στο ρόλο του καλλιτέχνη. Η ταινία δε μας παρουσιάζει μόνο τον καλλιτέχνη αλλά και τον αδερφό του Τεό, ο οποίος τον υποστήριζε και τον συντηρούσε και τη σχέση των δυο ανδρών μεταξύ τους.
(τρέιλερ της ταινίας)
Όνειρα (1990) του Ακίρα Κουροσάβα, με τον Μάρτιν Σκορσέζε ως Βαν Γκογκ. Πρόκειται για μια από τις οκτώ ιστορίες, όνειρα του σκηνοθέτη Ακίρα Κουροσάβα που απαρτίζουν την ταινία. Ένας φοιτητής της τέχνης βρίσκεται παγιδευμένος στο ζωηρό και συχνά χαοτικό κόσμο, της τέχνης του Βαν Γκογκ, όπου συναντά τον καλλιτέχνη σ' ένα χωράφι και συζητά μαζί του. Ο φοιτητής χάνει κάποια στιγμή τον καλλιτέχνη και ταξιδεύει μέσα από διάφορα έργα του προκειμένου να τον ξαναβρεί. Ο πίνακας του Βαν Γκογκ "Χωράφι σιταριού με κοράκια" αποτελεί σημαντικό στοιχείο του ονείρου. Στο κομμάτι αυτό της ταινίας ακούγεται το πρελούδιο Νο 15 του Σοπέν. Τα εφέ ήταν από τον Τζωρτζ Λούκας και την εταιρία του. Πρόκειται για το μόνο κομμάτι της ταινίας όπου οι χαρακτήρες δε μιλούν Ιαπωνικά.
Η συνάντηση με τον Βαν Γκογκ μέσα στο έργο του.
Ο Βίνσεντ και εγώ (1990) του Μίκαελ Ρούμπο με τον Τσέκυ Καρυό στον ρόλο του Βαν Γκογκ
Στην ταινία αυτή η έφηβη Τζο, η οποία έχει ταλέντο στο σχέδιο κερδίζει μια υποτροφία για να σπουδάσει σε μια σχολή καλών τεχνών, όπου ελπίζει να μάθει να ζωγραφίζει σαν το ίνδαλμά της, τον Βαν Γκογκ. Μια μέρα ενώ σχεδιάζει πρόσωπα συναντά ένα μυστηριώδη Ευρωπαίο έμπορο έργων τέχνης ο οποίος αγοράζει κάποια από τα σχέδιά της και της παραγγέλνει να κάνει και άλλα. Ο έμπορος επιστρέφει στο Άμστερνταμ. Μετά από λίγο καιρό η Τζο διαβάζει στην εφημερίδα για την "ανακάλυψη" και πώληση για ένα εκατομμύριο δολάρια σχεδίων του νεαρού Βαν Γκογκ, σχέδια όπου μόνο αυτή και ο φίλος της φίλος Φέλιξ ξέρουν ότι είναι δικά της. Το μόνο πράγμα που μπορεί να κάνει η Τζο με τους φίλους της είναι να πάει στο Άμστερνταμ και να βρει τον μυστηριώδη άντρα. Η ακόμα καλύτερα να πάει στην πηγή και να μιλήσει στον ίδιο τον Βαν Γκογκ στην Αρλ του 19ου αιώνα.
Στην ταινία αυτή να αναφέρουμε ότι κάνει μια σύντομη εμφάνιση και η Ζαν Καλμόν (σε ηλικία 114 ετών !!! ) ως ο εαυτός της (η οποία είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αρλ) κάνοντάς την, την πιο γηραιά ηθοποιό που υπήρξε ποτέ (πέθανε τελικά στα 122). Η Καλμόν ισχυριζόταν ότι ήταν ο τελευταίος άνθρωπος εν ζωή που είχε γνωρίσει τον Βαν Γκογκ.
Βαν Γκογκ (1991) του Μωρίς Πιαλάτ με τον Ζακ Ντυτρόν ως Βαν Γκόγκ (βραβείο Σεζάρ καλύτερου ηθοποιού). Συμμετοχή στο φεστιβάλ Καννών του 1991. Η ταινία ασχολείται με τις τελευταίες 67 μέρες του Βαν Γκογκ Λωτρέκ (1998) του Ροζέρ Πλανσόν με τον Karel Vingerhoets ως Βαν Γκογκ
Έναστρη Νύχτα (1999) του Πωλ Ντέιβιντς με τον Ντέιβιντ Άμποτ ως Βαν Γκογκ. Ο Βαν Γκογκ από ένα μαγικό φίλτρο έρχεται στη σύγχρονη εποχή και ανακαλύπτοντας την αξία των πινάκων του αποφασίζει να τους κλέψει.
Studio Notes (1999) του Μαρκ Γκόφμαν με τον Γκρεγκ Πιτς στο ρόλο του καλλιτέχνη
State of the artist (2001) του Έντουαρντ Σέρμαν με τον Νταν ντε Πάολα στο ρόλο του Βαν Γκογκ.
Το κίτρινο σπίτι (2002) του Γκόραν Ντούκιτς με τον Κρις Φίλιπς στο ρόλο του Βαν Γκογκ. Ταινία σχετική με το κίτρινο σπίτι του Βαν Γκογκ στην Αρλ στο οποίο για εννιά βδομάδες έμεινε και ο Γκωγκέν.
Paradise Found (2003) του Μάριο Αντρεάκκιο με τον Πίτερ Βάργκα ως Βαν Γκογκ (η ταινία είναι σχετική με τον Γκωγκέν)
Full Moon Fables (2004) του Έντουαρντ Σέρμαν με τον Νταν ντε Πάολα ως Βαν Γκογκ
Ο Γύρος του Κόσμου σε 80 μέρες (2004) του Φρανκ Κοράτσι με τον Πέρρυ Άντελιν Μπλέηκ ως Βαν Γκογκ
Τα μάτια του Βαν Γκογκ (2005) του Αλεξάντερ Μπαρνέτ με τον ίδιο στο ρόλο του καλλιτέχνη. Μετά την καταστροφική συγκατοίκηση με τον Γκωγκέν, σε μια απεγνωσμένη αναζήτηση θεραπείας, ο Βαν Γκογκ μπαίνει από μόνος του σε ψυχιατρική κλινική.
Moi, Van Gogh (αγγλικός τίτλος Van Gogh: Brush with Genious ) (2009) του Φρανσουά Μπερτράν με τον Ζακ Γκαμπλέν ως φωνή του Βαν Γκογκ (μικρού μήκους, διάρκεια 40 λεπτά)
Ο Καραβάτζιο και η Μητέρα Μου ο Πάπας (2013) του Μάουρο Μέρφυ (σε εξέλιξη) με τους Μασάχι Οντάτε, Πίτερ Κιεντρόφσκι και Τζάρον Σκοτ ως Βαν Γκογκ και τον Άρθουρ Λανγκ σαν άλτερ έγκο του Βαν Γκογκ
Το 2017 έχουμε το Loving Vincent των Dorota Kobiela & Hugh Welchman. Πρόκειται για ένα πειραματικό κινουμένων σχεδίων βιογραφικό δράμα σχετικά με τις συνθήκες θανάτου του ζωγράφου.
"Πρόκειται για την πρώτη πλήρως ζωγραφισμένη κινούμενη ταινία μεγάλου μήκους. Η ταινία, που έγραψαν και σκηνοθέτησαν η Dorota Kobiela και ο Hugh Welchman, είναι συμπαραγωγή μεταξύ Πολωνίας και Ηνωμένου Βασιλείου, χρηματοδοτούμενη από το Πολωνικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου και μερικώς μέσω εκστρατείας Kickstarter .
Πρώτα δημιουργήθηκε ως μια επτάλεπτη ταινία μικρού μήκους το 2008, Το Loving Vincent πραγματοποιήθηκε από την Dorota Kobiela, ζωγράφος και η ίδια αφού μελέτησε τις τεχνικές και την ιστορία του καλλιτέχνη μέσα από τις επιστολές του.
Κάθε ένα από τα 65.000 σχήματα της ταινίας είναι μια ελαιογραφία σε καμβά, χρησιμοποιώντας την ίδια τεχνική με το Van Gogh, που δημιουργήθηκε από μια ομάδα πάνω από 100 ζωγράφων. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινουμένου Σχεδίου του Annecy του 2017. Κέρδισε το βραβείο Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων Μεγάλου Μήκους στο 30ο Ευρωπαϊκό Βραβείο Κινηματογράφου στο Βερολίνο και ήταν υποψήφιο για το Καλύτερη Ταινία Κινουμένων Σχεδίων Μεγάλου Μήκους στα 90α Βραβεία Όσκαρ".